Το φαινόμενο του Νεορατσισμού

1) Το ερώτημα που πλανάται συχνά στις συζητήσεις για τον ρατσισμό, πιστεύω πως είναι αν υπάρχει τελικά στην Ελλάδα ρατσιστικό φαινόμενο. Το ερώτημα αυτό, που υποδηλώνεται χωρίς να αντιμετωπίζεται ευθέως από την ελληνική κοινωνία, δεν μπορεί να απαντηθεί φυσικά μονολεκτικά με ένα ναι ή με ένα όχι, ούτε βέβαια είναι δυνατόν να εξαρτηθεί η απάντηση από δημοσκοπήσεις, που μόνο διαθέσεις καταγράφουν και αυτές με τρόπο υποβολιμαίο, σχηματικό και αποσπασματικό.

Η δημοσκοπική ποσοστοποίηση των διαθέσεων ή των απόψεων τμημάτων του πληθυσμού, έστω και αν απεικονίζει κάποια κατάσταση, δεν είναι σε θέση πάντως, από μόνη της να περιγράψει ή να εξηγήσει ένα κοινωνικό φαινόμενο, τόσο σύνθετο όσο ο ρατσισμός, με ποικίλες κοινωνικές, πολιτικές και ιδεολογικές διαστάσεις και προεκτάσεις. Αν θέλουμε επομένως να αποφύγουμε γενικεύσεις, εύκολες σχηματοποιήσεις και γενικολογικούς αφορισμούς, χρειάζεται τουλάχιστον, να καταλήξουμε σε ένα συμβατικό έστω, προσδιορισμό του τι εννοούμε με τον όρο «ρατσισμό».

Εφ’ όσον ως «ρατσισμό» νοήσουμε την ιδεολογία εκείνη που διαχωρίζει τους ανθρώπους σε κατηγορίες με βάση τη φυλετική καταγωγή τους ή κάποιο άλλο βιολογικό στίγμα, χρώματος δέρματος, μορφής, φυσιογνωμίας, σωματικής κατασκευής κ.λ.π., και η οποία δικαιολογεί εξαιτίας αυτού του διαχωρισμού πράξεις βίας ή εκδηλώσεις έκδηλης περιφρόνησης απέναντι στους ανθρώπους που φέρουν το στίγμα της διάκρισης αντιμετωπίζοντάς τους ως άτομα υποδεέστερης κατηγορίας, τότε θα πρέπει να παραδεχτούμε με βάση την εμπειρική παρατήρηση πως μια τέτοια ιδεολογία δεν κυριαρχεί στην Ελλάδα ούτε φαίνεται να βρίσκει απήχηση σε ευρέα στρώματα του πληθυσμού.

Δύσκολα θα μπορούσε κανείς εξάλλου να υποστηρίξει βάσιμα, ότι μια τέτοιου είδους ρατσιστική ιδεολογία διαθέτει ισχυρά θεσμικά ερείσματα και ότι ο ρατσισμός αποτελεί επίσημη ή έστω καλυμμένη διοικητική πρακτική, αποτέλεσμα μιας καλυμμένης έστω κρατικής πολιτικής. Την ίδια δυσκολία θα συναντούσε κανείς και στην ερώτηση αν παρατηρούνται στην Ελλάδα φαινόμενα κοινωνικού ρατσισμού, κοινωνικές πρακτικές δηλαδή βίαιης περιφρόνησης ή εξευτελισμού που μπορούν να καταλήγουν ακόμη και σε εξολόθρευση κατηγορίας προσώπων από οργανωμένες ομάδες προσώπων, που εμφορούνται από ρατσιστική ιδεολογία.

Η αισιόδοξη αυτή διαπίστωση, δεν λαμβάνει υπόψη της βέβαια μεμονωμένες ή και διάσπαρτες όχι όμως οργανωμένες, συνεχείς ή διαδεδομένες εκδηλώσεις κοινωνικού ρατσισμού καθώς και ορισμένες διοικητικές πρακτικές κρατικού ρατσισμού. Τέτοιες πρακτικές έχουν επανειλημμένα επισημανθεί και στιγματιστεί, (είτε αφορούσαν τους τσιγγάνους είτε τους λαθρομετανάστες Αλβανούς), δεν συγκροτούν όμως, προς το παρόν τουλάχιστον, συνολικά κρινόμενες μια πολιτική ρατσισμού που συστηματικά και βάσει σχεδίου ακολουθείται από όργανα του επίσημου κοινωνικού ελέγχου. Τίποτε δεν αποκλείει ωστόσο να αναπτυχθούν στο μέλλον τέτοια φαινόμενα, εφ’ όσον η μετανάστευση συνεχίσει να προσλαμβάνει εκρηκτικές διαστάσεις και η εγκατάσταση μεταναστών στη χώρα μας προκαλέσει αντιδράσεις ξενοφοβίας και κοινωνικής ανασφάλειας, γίνει δε πολιτική και ιδεολογική εκμετάλλευση των κοινωνικών αντιθέσεων που θα αναπτυχθούν.

2) Κάθε ρατσισμός έχει ανάγκη, κατ’ αρχήν, από μια θεωρία που να τον δικαιολογεί, να τον στηρίζει ιδεολογικά και να τον συγκροτεί οργανωτικά και προγραμματικά. Παράλληλα με τη θεωρία και ίσως περισσότερο από αυτήν το φαινόμενο του ρατσισμού, ενεργοποιώντας πρακτικές και συμπεριφορές που βασίζονται στο θυμικό και στη συγκίνηση, στηρίζεται πολύ και στην ενεργοποίηση του φαντασιακού των ανθρώπων. Καλλιεργούνται και προβάλλονται από τους φορείς της ρατσιστικής ιδεολογίας αναπαραστάσεις και εικόνες και πλάθονται αντανακλαστικά ή στερεότυπα που προκαλούν αισθήματα φόβου, υπεροχής, συμπλέγματα ανωτερότητας, αισθήματα ανασφάλειας ή ανταγωνιστικότητας.

Όλα αυτά μαζί, συνθέτουν ένα φαινόμενο σύνθετο που μόνο πολιτικά και ιδεολογικά μπορεί να αντιμετωπιστεί, αφού και το ίδιο σε ιδεολογίες στηρίζεται και πολιτικούς στόχους επιδιώκει. Οι διαπιστώσεις αυτές είναι χρήσιμες, διότι ενώ ο «ανθρωπολογικός» ρατσισμός που περιγράψαμε στην αρχή, και γνώρισε ιδιαίτερη έξαρση τον μεσοπόλεμο, φαίνεται να έχει ξεθωριάσει, όλα δείχνουν εν τούτοις ότι οι ευρωπαϊκές κοινωνίες δεν έχουν απαλλαγεί από ιδεολογίες που διαχωρίζουν τους ανθρώπους σε κατηγορίες κοινωνικά ανώτερες και κατώτερες: ένας νεορατσισμός άρχισε να εμφανίζεται κυρίως στην Ευρώπη και να προκαλεί διακρίνουσες, βίαιες και απαξιωτικές συμπεριφορές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Ο νεορατσισμός δεν στηρίζεται σε ανθρωπολογικούς διαχωρισμούς αλλά σε εθνολογικές – πολιτισμικές διαφορές ή ιδιαιτερότητες.

Διακρίνει τους πολιτισμούς και τα έθνη σε κατηγορίες ποιοτικά ανώτερους και κατώτερους, αρνείται να αναγάγει τις πολιτισμικές (στις οποίες κυρίαρχη θέση κατέχουν οι θρησκευτικές) διαφορές σε έναν κοινό παρονομαστή, να βρει ένα κοινό μέτρο ή μια κοινή αξία μεταξύ τους. Φροντίζει αντίθετα να ορίζει τους πολιτισμούς με έναν αμετάλλακτο προσδιορισμό.

Πρόκειται για ένα ρατσισμό χωρίς φυλές, χρώματα ή ανθρωπολογικά στίγματα, που βασίζεται σε πολιτισμικούς διαχωρισμούς και τονίζει τους διαφορετικούς τρόπους ζωής, τις διαφορετικές παραδόσεις ή θρησκευτικές πεποιθήσεις και ο οποίος δεν ευνοεί τις προσμίξεις, αντίθετα τις απεχθάνεται και επιδιώκει πάση θυσία τη διατήρηση της καθαρότητας και της ακεραιότητας του «ανώτερου» πολιτισμού. Ο «διαφοριστικός» αυτός ρατσισμός, όπως τον απεκάλεσε ο Γάλλος φιλόσοφος Balibar, δεν πρεσβεύει αναγκαστικά την ανωτερότητα κάποιων πολιτιστικών ομάδων απέναντι σε κάποιες άλλες, αλλά επισύρει τον κίνδυνο που διατρέχει ή τη βλάβη που θα υποστεί ο ανώτερος πολιτισμός από την ανεξέλεγκτη επαφή του με πολιτισμικά κατώτερες ομάδες.

Υποστηρίζει την συμβατότητα των τρόπων ζωής και των παραδόσεων μεταξύ ορισμένων πολιτισμών και διαβλέπει θανάσιμο κίνδυνο από την κατάργηση των συνόρων. Αντιτίθεται στις πολιτισμικές επαφές και στον πολιτισμικό ή θρησκευτικό διάλογο, θεωρεί ως τη μόνη επιβεβλημένη πολιτική τον πολιτισμικό απομονωτισμό και την τόνωση και υπεράσπιση της πολιτισμικής ταυτότητας κάθε λαού, την οποία εκλαμβάνει ως αμετάλλακτη. Ο νεορατσισμός αυτός, που είναι ο ρατσισμός της εποχής μας, τρέφεται από το πολύπλοκο πρόβλημα της μετανάστευσης που έχει προσλάβει στις μέρες μας, εκρηκτικές διαστάσεις. Τεράστιες μάζες εξαθλιωμένων της ανατολικής Ευρώπης, Ασιατών και Αφρικανών ασκούν με τις μετακινήσεις τους μεγάλη πίεση στην ευρωπαϊκή ήπειρο αναζητώντας απεγνωσμένα τα στοιχειώδη μέσα επιβίωσης επιφέροντας κοινωνικές ανακατατάξεις.

Είναι λάθος να πιστεύεται ότι κινδυνεύει η πολιτιστική μας ταυτότητα από την εισροή των μεταναστών στη χώρα μας.

Αυτή που πρέπει να αισθάνεται ότι απειλείται είναι μια συγκεκριμένη αντίληψη περί της εθνικής και πολιτιστικής ταυτότητας. Κινδυνεύει μια στερεότυπη, απαρχαιωμένη, προγονόπληκτη ή αρχαιολατρική και εθνοκεντρική αντίληψη, που ενώ ταυτίζει το έθνος με την ορθοδοξία δεν παραλείπει να ανάγεται με τρόπο αφηρημένο και επιλεκτικό στον αρχαιοελληνικό ειδωλολατρικό πολιτισμό για να καταλήξει σε ιδεοληπτικούς προσδιορισμούς της εθνικής μας ταυτότητας χωρίς επαφή με την ιστορική πραγματικότητα.

Η εθνική – πολιτισμική μας ταυτότητα δεν είναι στατική ούτε αναλλοίωτη, δεν ορίζεται με ταυτολογίες ή με αναγωγές σε αμετάλλακτους προσδιορισμούς.

Είναι ανοικτή στην ιστορία και ανεκτική απέναντι στην κοινωνία, πλάθεται και αναπλάθεται διαρκώς σε επαφή με την μεταβαλλόμενη πραγματικότητα ενόψει ενός απρόβλεπτου μέλλοντος. Ας μη ξεχνάμε ότι στην τρισχιλιετή ιστορία μας, η πολιτισμική μας ταυτότητα μεταλλάχτηκε πολλές φορές αφομοιώνοντας νέα στοιχεία και νομιμοποιώντας τα παλαιά. Η φυσιογνωμία της άλλαξε πολλές φορές και προσαρμόστηκε στα νέα ιστορικά δεδομένα άλλες τόσες. Δεν φοβήθηκε το ξένο ούτε αρνήθηκε το νέο. Δεν είδε τον αλλοδαπό ή μετανάστη ως κατώτερο, αλλά απλώς ως διαφορετικό.

Είμαστε ένας λαός κατ’ εξοχήν μεταναστευτικός ή αποδημητικός, ένας λαός που γνώρισε τα δεινά αλλά και τα οφέλη της μετανάστευσης, που έπεσε θύμα ρατσιστικής συμπεριφοράς και δυσμενών διακρίσεων από κράτη που δέχτηκαν μετανάστες. Μεγάλος αριθμός του ελληνικού πληθυσμού είναι εξάλλου τέκνα ή εγγόνια προσφύγων από τη Μικρά Ασία, οι οποίοι είχαν υποστεί κοινωνικές διακρίσεις από τους «Ελλαδικούς» λόγω της καταγωγής τους.

Ο αρχαιοελληνικός, ο ελληνιστικός, ο βυζαντινός πολιτισμός επέζησαν γιατί μετασχηματίστηκαν αφομοιώνοντας διαρκώς έργα και αξίες πολιτισμικές της εποχής τους, συμβιώνοντας αρμονικά με το «άλλο» και το «διαφορετικό», το οποίο δεν φοβήθηκαν αλλά συνομίλησαν μαζί του. Άντεξαν στο χρόνο και στην ιστορία γιατί παρήγαγαν αξίες με οικουμενική ισχύ που ξεπερνούσε τα όρια της εποχής και της κοινωνίας που τις δημιούργησε!

--

Εισήγηση του Διδάκτορα Βασίλη Γατσά στη Νομική Σχολή του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης στις 28-29/11/2006.

Νομική Σχολή ΑΠΘ
Διδάκτωρ Εγκληματολογικής Ψυχολογίας, Πάντειο Παν/μιο

Χρησιμοποιούμε cookies που μας επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στην ιστοσελίδα μας.
Κάνοντας κλικ στο "Συμφωνώ" ή συνεχίζοντας να χρησιμοποιείται την ιστοσελίδα bioximikos.gr συμφωνείτε με τη χρήση cookies.