Η λοίμωξη από τον ιό Epstein-Barr (EBV) έχει συσχετιστεί επιδημιολογικά με τον ερυθηματώδη λύκο, ωστόσο ο ρόλος της στην παθογένεια δεν είναι διασαφηνισμένος. Σε μία μελέτη από το Πανεπιστήμιο του Stanford, ερευνητές έδειξαν ότι ο ιός μολύνει και επαναπρογραμματίζει τα αυτοδραστικά Β λεμφοκύτταρα, οδηγώντας στην εκδήλωση του αυτοάνοσου.

Τι είναι ο Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος 

Ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος (ΣΕΛ) είναι μια χρόνια συστηματική φλεγμονώδης αυτοάνοση πάθηση κατά την οποία το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται στους ιστούς του ίδιου του σώματος.  Χαρακτηρίζεται από αντιπυρηνικά αντισώματα (ANAs). Τα αντιπυρηνικά αντισώματα (ΑΝΑ) είναι πρωτεΐνες που παράγει ο οργανισμός μας και στρέφονται εναντίον συστατικών του πυρήνα των κυττάρων των ανθρώπινων ιστών, όπως του DNA, ιστονικών και μη πρωτεϊνών, καταστρέφοντάς τους. 

Μπορεί να επηρεάσει πολλά όργανα του σώματος οδηγώντας σε μια μεγάλη ποικιλία συμπτωμάτων. Περισσότερο συχνά προκαλεί βλάβες στη καρδιά, στις αρθρώσεις, στο δέρμα, στους πνεύμονες, στις φλέβες, στο ήπαρ, στα νεφρά και στο νευρικό σύστημα. 

Τουλάχιστον 5 εκατομμύρια άνθρωποι εκτιμάται ότι πάσχουν από λύκο, τα αίτια του οποίου παραμένουν ελάχιστα κατανοητά. Αν και γενετικοί παράγοντες είναι πιθανοί εδώ και καιρό υπήρχαν υποψίες ότι ο ιός Epstein-Barr, ο ίδιος ιός που προκαλεί τη λοιμώδη μονοπυρήνωση, συνδέεται επίσης με την αυτοάνοση πάθηση.

Η ανακάλυψη του Μηχανισμού

Οι ερευνητές ανέπτυξαν μια τεχνική με αλληλούχιση RNA, για τον εντοπισμό των Β κυττάρων που έχουν μολυνθεί από τον EBV, καθώς τα μολυσμένα κύτταρα ήταν μεταγραφικά διαφορετικά (διέφεραν στην έκφραση πρωτεϊνών) από τα υπόλοιπα. Ενώ εντόπισαν και ποια γονίδια μέσα σε αυτά τα κύτταρα εκφράζονταν.

Τα Β κύτταρα είναι λευκά αιμοσφαίρια που παίζουν καθοριστικό ρόλο στο ανοσοποιητικό σύστημα παράγοντας αντισώματα. Παρουσιάζουν αντιγόνα σε ξένα σώματα όπως οι ιοί, κλιμακώνοντας την απόκριση του οργανισμού. 

Τα πειράματα έδειξαν τα άτομα με ερυθηματώδη λύκο είχαν ~25 φορές περισσότερα μολυσμένα Β κύτταρα, σε σχέση με υγιή άτομα που φέρουν τον ιό.

Ακόμη, ο EBV, μέσω της πρωτεΐνης του EBNA2, μπορεί να αναγκάσει τα μολυσμένα Β-κύτταρα να ενεργοποιήσει τα γονιδιακά προγράμματα που λειτουργούν ως ρυθμιστικός μηχανισμός.

Ο Epstein-Barr μολύνει Β λεμφοκύτταρα και εγκαθίσταται σε αυτά σε λανθάνουσα μορφή. Μέσα στο Β κύτταρο, ο ιός εκφράζει πρωτεΐνες όπως η EBNA2, που αλλάζει ποια γονίδια του Β κυττάρου ενεργοποιούνται. Κάποια Β κύτταρα είναι αυτοδραστικά (self-reactive) αλλά φυσιολογικά ανενεργά. Ο EBV παρακάμπτει την ανοσολογική ανοχή και τα οδηγεί σε ενεργοποίηση. Τα μολυσμένα Β κύτταρα μετατρέπονται στην ενεργή μορφή παρουσίασης αντιγόνων.  Τα Β κύτταρα παρουσιάζουν αυτοαντιγόνα σε αυτοδραστικά βοηθητικά Τ (CD4+) κύτταρα. Αυτό οδηγεί σε παραγωγή ANAs φλεγμονή και τελικά στον λύκο.

Όπως γίνεται κατανοητό ο EBV δεν δημιουργεί το αυτοάνοσο, αλλά ενεργοποιεί ένα ήδη υπάρχον, σιωπηλό αυτοδραστικό δίκτυο.  Η πρωτεΐνη EBNA2 φαίνεται να αλληλεπιδρά με γενετικές περιοχές που έχουν ήδη συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο για λύκο, γεφυρώνοντας περιβαλλοντικούς και γενετικούς παράγοντες.

Γιατί δεν αναπτύσσουν όλοι οι άνθρωποι που έχουν μολυνθεί με EBV, ερυθηματώδη λύκο;

Αν και δισεκατομμύρια άνθρωποι είναι μολυσμένοι από τον ιό, μόνο 5 εκατομμύρια νοσούν. Επομένως τι εμποδίζει αυτόν τον μηχανισμό να ενεργοποηθεί στην πλειοψηφία του πληθυσμού;

Μια θεωρία είναι ότι ίσως μόνο συγκεκριμένα στελέχη του EBV ενεργοποιούν τη διαδικασία μεταμόρφωσης των Β-κυττάρων, αλλά η εύρεση της πραγματικής απάντησης θα απαιτήσει ακόμη περισσότερη έρευνα.

Οι ερευνητές υποψιάζονται επίσης ότι ο ίδιος μηχανισμός μπορεί να εμπλέκεται και σε άλλες αυτοάνοσες ασθένειες, όπως η σκλήρυνση κατά πλάκας. Μια υπόθεση που χρειάζεται περεταίρω έρευνα.